εὔθυν'

εὔθῡνα , εὔθυνα
setting straight
fem nom/voc sg
εὔθῡναι , εὔθυνα
setting straight
fem nom/voc pl
εὔθῡνε , εὔθυνος
masc voc sg
εὔθῡνε , εὐθύνω
guide straight
pres imperat act 2nd sg
εὔθῡναι , εὐθύνω
guide straight
aor imperat mid 2nd sg
εὔθῡνα , εὐθύνω
guide straight
aor ind act 1st sg (homeric ionic)
εὔθῡνε , εὐθύνω
guide straight
aor ind act 3rd sg (homeric ionic)
εὔθῡνε , εὐθύνω
guide straight
imperf ind act 3rd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εὐθύν — εὐθύς 1 straight masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθύς — εία, ύ (ΑΜ εὐθύς, εῑα, ύ, Α ιων. και επικ. τ. ἰθύς) 1. αυτός που έχει τη διεύθυνση τής ευθείας γραμμής, αυτός που δεν λυγίζει ούτε αλλάζει κατεύθυνση (α. «ευθύς οδός» β. «εὐθὺν δὲ πλόον καμάτων ἐκτὸς ἐόντα δίδοι», Πίνδ.) 2. (με ηθ. έννοια)… …   Dictionary of Greek

  • τόνος — I Είναι το γλωσσικό φαινόμενο της ανύψωσης της φωνής στο φωνήεν μιας ορισμένης συλλαβής μέσα σε κάθε λέξη. Η συλλαβή αυτή λέγεται τονιζόμενη, οι υπόλοιπες λέγονται άτονες. Στην ελληνική γλώσσα μπορεί να τονιστεί δυνατότερα μία από τις τρεις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.